www.biopoiotita.gr

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Κατά 20% αυξήθηκε η αξία των εξαγωγών

Στοιχεία για την τετραετία 2009-2012

Οι εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής μεταποίησης, καθώς και του πρωτογενούς τομέα είναι αξιοσημείωτες και επιτεύχθηκαν σε ένα περιβάλλον έντονων προκλήσεων, επισημαίνει μεταξύ άλλων μελέτη της Εθνικής Τράπεζας με θέμα «Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και επιστροφή στην ανάπτυξη: Επενδύοντας στον εξωστρεφή αναπροσανατολισμό της οικονομίας».

Η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε σωρευτικά, κατά περίπου 20%, την τετραετία 2009- 12 (εκτός προϊόντων πετρελαίου), παρά τον αδύναμο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις οικονομίες της ΝΑ Ευρώπης (όπου το ΑΕΠ συρρικνώθηκε -0,2 και -0,8 αντίστοιχα, κατά μέσο όρο, την περίοδο 2009-12). Μεταποιητικοί τομείς έντασης εργασίας, οι οποίοι βασίζονται σε εγχώριες, κυρίως, πρώτες ύλες (λ.χ. κλάδοι τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών), καθώς και συγκεκριμένα αγροτικά προϊόντα και μεταποιημένα προϊόντα ορυκτών πρωταγωνίστησαν στην αύξηση της αξίας των μη πετρελαϊκών εξαγωγών, συνδυάζοντας την ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα τιμής με την επιτυχημένη διαφοροποίηση των γεωγραφικών προορισμών τους, αναφέρεται στην μελέτη.

Το ποσοστό των εξαγωγών στην ΕΕ περιορίστηκε περαιτέρω (ειδικά το 2012), με αυξανόμενο ποσοστό να κατευθύνεται σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (39% εκτός των πετρελαιοειδών, έναντι 27% κατά μ.ο. την περίοδο 2000-08, ενώ συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών οι εξαγωγές σε τρίτες χώρες ξεπέρασαν το 2012 τις εξαγωγές στην ΕΕ, 56% έναντι 44% αντίστοιχα). 

Σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι ακόμη και οι γειτονικές χώρες στη ΝΑ Ευρώπη (λ.χ. Κύπρος, Βουλγαρία, Ρουμανία) που αποτέλεσαν δυναμικές αγορές την προηγούμενη δεκαετία, εμφάνισαν αδύναμους ρυθμούς ανάπτυξης. Αντιθέτως, Τουρκία, ΗΠΑ, Ρωσία, χώρες Μέσης Ανατολής και Β. Αφρικής, και σε μικρότερο βαθμό, Κίνα και Ιαπωνία, καθώς και μικρότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας φαίνεται να αύξησαν σημαντικά τον ρόλο τους ως προορισμών για τα ελληνικά αγαθά. Η βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων προς συγκεκριμένες χώρες (βλ. Τουρκία) ευνοήθηκε από τις ισχυρές οικονομικές τους επιδόσεις, την αυξανόμενη αγοραστική δύναμη και τη γεωγραφική τους εγγύτητα, με το θέμα της απόστασης να αποτελεί διαχρονικά ένα από τα βασικά εμπόδια στη δυναμική των εξαγωγών μας προς την ευρωζώνη (καθώς περιορίζει, μεταξύ άλλων, και το βαθμό παραγωγικής διασύνδεσης με τις οικονομίες του πυρήνα της ευρωζώνης λ.χ. ως προμηθευτής ή υπεργολάβος στην αλυσίδα παραγωγής τους).

Οι εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων, τονίζει το ΑΜΠΕ, σημείωσαν επίσης εντυπωσιακή αύξηση (+140% την τριετία 2010-12), αναδεικνύοντας τον κλάδο διύλισης ως το μεγαλύτερο εξαγωγικό κλάδο σε όρους αξίας. Παράλληλα, η σημαντική μείωση του εξωτερικού ελλείμματος στο ισοζύγιο πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων οφείλεται σε σημαντικό βαθμό, στην αυξημένη αποτελεσματικότητα και εξαγωγικό αναπροσανατολισμό του συγκεκριμένου κλάδου που απορρέει, μεταξύ άλλων, από τα φιλόδοξα επενδυτικά προγράμματα των τελευταίων ετών.

Το εξαγωγικό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας είναι σημαντικά μεγαλύτερο, ωστόσο, η αξιοποίησή του απαιτεί νέες επενδύσεις.

Αν αφαιρεθεί η επίδραση από τις μεταβολές των τιμών των ελληνικών εξαγωγών (και ειδικά τις τιμές πετρελαίου και συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων και ορυκτών), οι επιδόσεις των ελληνικών εξαγωγών εμφανίζονται πιο ασθενείς και ευμετάβλητες, καταδεικνύοντας ότι το ελληνικό εξαγωγικό πρότυπο έχει ακόμη να διανύσει σημαντική απόσταση έως ότου να μπορεί να χαρακτηριστεί αυτοτροφοδοτούμενο και μακροχρόνια βιώσιμο.

Το βασικό σενάριο ανάκαμψης των εξαγωγών, όπως αναφέρει η μελέτη της Εθνικής, που συνδυάζεται με επιστροφή της χώρας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 2,5-3% τα επόμενα χρόνια, προβλέπει μία αύξηση των συνολικών εμπορευματικών εξαγωγών της τάξης του 2,9% του ΑΕΠ, στο 14,4% του ΑΕΠ, έως το 2016. Η αύξηση αυτή ελάχιστα θα έφερνε τη χώρα πλησιέστερα του μακροχρόνιου εξαγωγικού δυναμικού της, όπως εκτιμάται βάση εμπειρικών υποδειγμάτων (gravity models) και ανέρχεται σε 20% του ΑΕΠ.

Οι επιδόσεις όμως αυτές υπολείπονται σημαντικά του μέσου όρου της ευρωζώνης (36% του ΑΕΠ) ή και χωρών με συγκρίσιμα χαρακτηριστικά, όπως η Πορτογαλία. Πρέπει να τονιστεί ότι οι χώρες που γειτνιάζουν με μεγάλες χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης απολαμβάνουν πιο ανεπτυγμένες εμπορικές διασυνδέσεις (κυρίως μέσω διακλαδικού, ενδοκλαδικού ή ακόμη ενδοομιλικού εμπορίου). Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι καθαρές εξαγωγές υπηρεσιών (βλ. επόμενη παράγραφο) εμφανίζουν διαχρονικά πλεόνασμα της τάξης του 6-7% του ΑΕΠ την τελευταία οκταετία, σε αντίθεση με την ευρωζώνη, όπου οι καθαρές εξαγωγές υπηρεσιών αντιστοιχούν σε μόνο 1,5% του ΑΕΠ. Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στις εξαγωγές υπηρεσιών.

Η διεύρυνση του εξαγωγικού δυναμικού της χώρας, τονίζεται στη μελέτη, προϋποθέτει αύξηση των επενδύσεων για εκσυγχρονισμό και αναδιάταξη της βάσης παραγωγικού κεφαλαίου της οικονομίας προς ανταγωνιστικούς/ εξαγωγικούς τομείς, ώστε να μεγεθυνθούν οι συνέργειες από τη σημαντική μείωση του εργασιακού κόστους και να αρχίσει η απορρόφηση του υψηλότατου αριθμού ανέργων. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι απαραίτητες: η ολοκλήρωση ενός κύκλου κρίσιμων διαρθρωτικών μεταβολών και η εμπέδωση ενός μη αναστρέψιμου κλίματος εμπιστοσύνης στην οικονομία, οι οποίες θα αποτελέσουν τα βασικά κριτήρια για τις επενδυτικές αποφάσεις, καθώς και τον καταλύτη για την προσέλκυση νέων κεφαλαίων από το εξωτερικό για τον ελληνικό ιδιωτικό τομέα.