www.biopoiotita.gr

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Στο 26% σκαρφάλωσε η ανεργία


1.295.535 δεν έχουν δουλειά - Στο 57,8% οι άνεργοι νέοι, στο 65% (!) οι νέες γυναίκες

Στο 26% διαμορφώθηκε η ανεργία στην Ελλάδα στο τρίμηνο Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2012, έναντι 20,7% ένα χρόνο νωρίτερα. Η ανεργία στο τρίμηνο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2012 ήταν στο 24,8%.

Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή στο τέταρτο τρίμηνο 2012 ο αριθμός των απασχολούμενων ανήλθε σε 3.681.926 άτομα και των ανέργων σε 1.295.535. 

Το ποσοστό ανεργίας ήταν 26%, έναντι 24,8% του προηγούμενου τριμήνου και 20,7% του αντίστοιχου τριμήνου 2011. Η απασχόληση μειώθηκε κατά 1,5% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 6,4% σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2011. 

Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 5,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 26,3% σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2011.

Κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2012, βρήκαν απασχόληση 107.201 άτομα, τα οποία ήταν άνεργα πριν από ένα έτος. Παράλληλα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, 35.626 άτομα μετακινήθηκαν από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό σε θέσεις απασχόλησης. Αντίθετα, 196.341 άτομα, τα οποία ένα χρόνο πριν ήταν απασχολούμενα, σήμερα είναι άνεργα και άλλα 89.433 άτομα που ήταν απασχολούμενα, είναι πλέον οικονομικά μη ενεργά. 

Επιπλέον, 136.049 άτομα, που πριν ένα έτος ανήκαν στον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, εισήλθαν στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση, αλλά είναι άνεργα. 

Σε όλους τους τομείς παρατηρείται μείωση στον αριθμό των απασχολούμενων σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Στον πρωτογενή τομέα η μείωση ανέρχεται σε 2,3%, στο δευτερογενή 11,8% και στο τριτογενή 5,8%.

Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (29,7%) ήταν σημαντικά υψηλότερο από των ανδρών (23,3%), ενώ το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας καταγράφηκε στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (57,8%), το οποίο μάλιστα στις νέες γυναίκες φθάνει στο 65%. 

Σε επίπεδο Περιφέρειας το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στη Δυτική Μακεδονία με 30,1% και στη Στερεά Ελλάδα με 28,6%. Στον αντίποδα, το μικρότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στο Νότιο Αιγαίο με 18% και στις Ιόνιους Νήσους με 17,2%.

Η κατανομή της ανεργίας, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης, έχει ως εξής: το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (41,9%) ενώ ακολουθούν τα άτομα που έχουν απολυτήριο Τριτάξιας Μέσης Εκπαίδευσης (30,9%). Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό (14,3%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (16,6%).

Από το σύνολο των ανέργων που αναζητούν μισθωτή απασχόληση, το 42,5% αναζητά αποκλειστικά πλήρη απασχόληση, ενώ το 47,9% αναζητά πλήρη αλλά στην ανάγκη είναι διατεθειμένο να εργαστεί και με μερική απασχόληση. Τέλος, το 9,6% αναζητά μερική απασχόληση ή δεν ενδιαφέρεται αν θα βρει μερική ή πλήρη απασχόληση.

Ένα ποσοστό ανέργων (4,7%) απέρριψε, κατά τη διάρκεια του τετάρτου τρίμηνου του 2012, κάποια πρόταση ανάληψης εργασίας για διάφορους λόγους, κυρίως επειδή: α) δεν εξυπηρετούσε το ωράριο (27,8%), β) δεν εξυπηρετούσε ο τόπος εργασίας (24,4%), γ) δεν ήταν ικανοποιητικές οι αποδοχές (22,3%).

Το ποσοστό των «νέων ανέργων», δηλαδή των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν, ανέρχεται στο 24% του συνόλου των ανέργων ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι (αυτοί που αναζητούν από 12 μήνες και άνω εργασία, ανεξάρτητα αν είναι «νέοι» ή «παλαιοί» άνεργοι), αποτελούν αντίστοιχα το 65,3%.

Το ποσοστό ανεργίας των ατόμων με ξένη υπηκοότητα, είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων υπηκόων (36,9% έναντι 25,0%). Επίσης, το 72,3% των ξένων υπηκόων είναι οικονομικά ενεργό, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων το οποίο είναι 51,7%.

Το ποσοστό της μερικής απασχόλησης ανήλθε στο 8,5% του συνόλου των απασχολουμένων. Από το υποσύνολο αυτό των εργαζομένων το 63,9% έκανε αυτή την επιλογή διότι δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση, το 7,4% για άλλους προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, το 4,8% διότι φροντίζει μικρά παιδιά ή εξαρτώμενους ενήλικες και το 23,9% για διάφορους άλλους λόγους.

Το ποσοστό των μισθωτών, το οποίο εκτιμάται σε 63,1%,εξακολουθεί να είναι χαμηλότερο του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανέρχεται στο 80% του συνόλου των απασχολουμένων.