www.biopoiotita.gr

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ευκαιρία για εξαγωγές ελληνικών βιολογικών προϊόντων παρουσιάζει η γερμανική αγορά


Ευκαιρίες για εξαγωγές ελληνικών βιολογικών προϊόντων υπάρχουν στην αγορά της Γερμανίας. Οι Έλληνες βιοκαλλιεργητές, που πλήττονται από τη μείωση της ζήτησης στη χώρα μας λόγω της οικονομική κρίσης, αντιμετωπίζουν θετικά τη στροφή προς τις εξαγωγές. Ζητάνε όμως τη βοήθεια της πολιτείας για να τους φέρει σε επαφή με τις ξένες αγορές. Σύμφωνα με έκθεση, που εξέδωσε το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Μόναχο, η αγορά βιολογικών προϊόντων της Γερμανίας εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται κυρίως λόγω της ευαισθητοποίησης του Γερμανού καταναλωτή σε θέματα διατροφής και υγείας, ο οποίος φαίνεται να είναι διατεθειμένος, να πληρώσει υψηλότερη τιμή, εφόσον πεισθεί για την αυθεντικότητά τους. Αυτό, σε συνδυασμό με την ελλειμματική γερμανική παραγωγή, δίνει ευκαιρία για εξαγωγές ελληνικών βιολογικών προϊόντων προς την αγορά της Γερμανίας. Ο κ. Χαράλαμπος Τσοκανής, πρόεδρος της Oμοσπονδίας Βιοκαλλιεργητών Ελλάδας, δήλωσε στον ΑγροΤύπο ότι: «η οικονομική κρίση αναγκάζει τους βιοκαλλιεργητές να στραφούν στις εξαγωγές. Στα τυποποιημένα προϊόντα (ελαιόλαδο, κρασί κ.α.) υπάρχουν τα αποθέματα και ανά πάσα στιγμή μπορούμε να προχωρήσουμε σε εξαγωγές. Για τα νωπά φρούτα και κηπευτικά, θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν προγραμματισμό στην παραγωγή και μέχρι το καλοκαίρι, να είχαμε τις απαραίτητες ποσότητες και τα προϊόντα που θέλουμε».
Και προσθέτει: «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας Οργανισμός που θα παίζει τον ρόλο του «συντονιστή», κάτι σαν τον ήδη υφιστάμενο Οργανισμό Εξωτερικού Εμπορίου (ΟΠΕ), ο οποίος θα υποδείξει στους παραγωγούς το ενδιαφέρον που υπάρχει από τις αγορές του εξωτερικού και θα τους φέρει σε επαφή μαζί τους. Ένας μεμονωμένος παραγωγός δεν μπορεί να προχωρήσει σε τέτοιες κινήσεις. Από την άλλη οι Ενώσεις βιοκαλλιεργητών, με τις σημερινές συνθήκες, δεν μπορούν να αναπτύξουν την εμπορία των προϊόντων, αφού ο τρόπος καταβολής των επιδοτήσεων οδηγεί σε συνεχή ένταξη και απένταξη των παραγωγών μελών τους. Αυτό είναι ένα φαινόμενο που έχει να κάνει με τη «φιλοσοφία» των πενταετών προγραμμάτων ενίσχυσης της βιολογικής γεωργίας».
Σύμφωνα με την μελέτη, που εξέδωσε το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Μόναχο, το 2011 παρατηρήθηκε στη Γερμανία μεγάλη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα εγχώριας παραγωγής, η οποία όμως δεν επαρκεί, αφού η ένταξη νέων εκτάσεων γης για βιολογική παραγωγή γίνεται με αργούς ρυθμούς. Η συνολική ζήτηση για βιολογικά προϊόντα εκτιμάται ότι θα συνεχισθεί και θα καλυφθεί από αυξανόμενες εισαγωγές. Τα παραπάνω στοιχεία σηματοδοτούν μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα. Τα χαρακτηριστικά των ελληνικών βιολογικών προϊόντων είναι ικανά να καλύψουν τις ανάγκες της γερμανικής αγοράς, απευθυνόμενα σε καταναλωτές υψηλού διαθέσιμου εισοδήματος, διατεθειμένους να καταβάλλουν υψηλότερο τίμημα.
Ανάγκη δημιουργίας πιλοτικού επιχειρησιακού σχεδίου
«Είναι απαραίτητη κατά την άποψή μας, η άμεση εκπόνηση πιλοτικού επιχειρησιακού σχεδίου προώθησης των ελληνικών βιολογικών προϊόντων στη γερμανική αγορά, σε μικρή καταρχήν κλίμακα», επισημαίνει η έκθεση και προσθέτει: «Σε συζητήσεις μας με την αλυσίδα super market «basic» (27 καταστήματα super market βιολογικών προϊόντων σε όλη τη Γερμανία), προέκυψε ότι τα ελληνικά βιολογικά προϊόντα έχουν σημαντικές δυνατότητες στην γερμανική αγορά, αντιμετωπίζουν όμως θέματα αποθήκευσης, διανομής, χρόνου παράδοσης, συσκευασίας και δράσεων marketing.
Τα βιολογικά προϊόντα προκειμένου να διατηρήσουν το πλεονέκτημά τους, εκ των πραγμάτων προσφέρονται σε περιορισμένες ποσότητες, γεγονός που με τη σειρά του ενδυναμώνει το χαρακτήρα αποκλειστικότητάς τους και ενισχύει την ταυτότητά τους. Η περιορισμένη ποσότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με οικονομικούς όρους το κοστολόγιο αποθήκευσης, διανομής και marketing, το οποίο αδυνατούν να αναλάβουν μεμονωμένοι παραγωγοί – εξαγωγείς των εν λόγω προϊόντων.
Βασικό στοιχείο του πιλοτικού επιχειρησιακού σχεδίου είναι η δημιουργία στη Γερμανία χώρου παραλαβής και διανομής των ελληνικών βιολογικών προϊόντων (οιονεί αποθήκη), λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τα στοιχεία περί του τρόπου εφοδιασμού των καταστημάτων λιανεμπορίου. Την εν λόγω υπηρεσία θα μπορούσε να προσφέρει έναντι συμβολαίου μεγάλη υφιστάμενη εταιρεία logistics, το κόστος της οποίας θα μπορούσε να καλυφθεί από το Δημόσιο (μόνο για το αρχικό στάδιο) και από τις ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες θα χρησιμοποιούν την εν λόγω αποθήκη για να διαθέτουν τα προϊόντα τους στους Γερμανούς πελάτες τους.
Το προτεινόμενο εγχείρημα θα έπρεπε να συνδυαστεί και με δράσεις marketing των ελληνικών βιολογικών προϊόντων, είτε προς τον τελικό καταναλωτή είτε προς τα ενδιάμεσα κανάλια διανομής, ώστε σε μεταγενέστερο στάδιο η δράση να είναι σε θέση να λάβει χαρακτήρα δημιουργίας ελληνικού brand name βιολογικών προϊόντων».
Σταύρος Παϊσιάδης
agrotypos.gr